tokrirkri

tokrirkri

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

«Τα κρινάκια της άμμου» από το Γιάννη Γρυντάκη                   

«Όλοι αγαπάμε την ιδιαίτερη πατρίδα μας. Είναι η μάνα μας και ο πατέρας μας μαζί. Αυτό δεν είναι απλή διαπίστωση, αποτελεί διαχρονικό αξίωμα, γενικό ιστορικό κανόνα. Εκεί που διαφέρουν οι άνθρωποι είναι ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνουν την αγάπη τους.
 

 
Άλλοι αρκούνται στα επαινετικά λόγια, άλλοι προχωρούν σε δωρεές για κατασκευή έργων ή οικονομική ενίσχυση των συντοπιτών τους. Μερικοί προχωρούν ακόμα παραπέρα και γράφουν για την ιστορία του χωριού ή της πόλης τους. Το κακό στην περίπτωση αυτή είναι ότι άθελά τους στο γενικό ιστορικό πλαίσιο που εντάσσουν τις λατρευτές γενέτειρές τους, φροντίζουν να υπάρχουν μόνο τα καλά που πρόσφεραν. Τα άσχημα τα αποδίδουν στους διπλανούς ή στην συγκυρία. Δυστυχώς, όποιος αγαπά κάτι, μόνο καλά του βρίσκει.. Το ελάττωμα αυτό το έχουμε διπλό εμείς οι Κρητικοί, για τον απλό λόγο ότι αγαπάμε διπλά τον τόπο μας. Τέλος, υπάρχουν και λίγοι που εκφράζουν την αγάπη στον τόπο τους με στίχους. Και λέω λίγοι, γιατί τα στιχουργήματα προϋποθέτουν περίσσευμα συναισθημάτων, παθιασμένη αγάπη και παράτολμη απόδραση από τα συνήθη. Την άμετρη αγάπη και το πάθος ενισχύουν συχνά οι παιδικές μνήμες, οι ποικίλες παραστάσεις, όσο και οι περιπέτειες του τόπου σου. Όσα πιο πολλά θυμάσαι, τόσο πιο πολλά αγαπάς. Όσο περισσότερες περιπέτειες είχε ο τόπος σου, τόσο περισσότερες μνήμες έχεις και θέλεις να τις εκφράσεις, να τις αποβάλεις έμμετρα από μέσα σου, για να νιώσεις ελεύθερος, να νιώσεις ότι έκανες το καθήκον σου προς τον τόπο και τον εαυτό σου. Στην τελευταία αυτή κατηγορία εντάσσεται και ο Μίμης Ποθουλάκης, το βιβλίο του οποίου σας παρουσιάζομε σήμερα.
 

Η πόλη του Ρεθέμνου είναι ίσως μετά την αρχαία Αθήνα η πόλη που μεγαλούργησε στα γράμματα και τις τέχνες. Και αυτό δεν είναι από τις υπερβολές που συνηθίζουμε να αραδιάζουμε για τον τόπο μας. Είναι πραγματικότητα. Το ανεξήγητο αυτό φαινόμενο προσπάθησε, χαριτολογώντας να εξηγήσει κάποιος σοφός, υποστηρίζοντας ότι η επέκταση της ευθείας από τον Παρθενώνα της Αθήνας, που ήταν το πνευματικό κέντρο της αρχαιότητας, καταλήγει στο Ρέθυμνο. Τα τελευταία χρόνια της Ενετοκρατίας είχαν μαζευτεί σ’ αυτό όλοι οι σοφοί της Κρήτης. Εκεί είχε ιδρυθεί και η περίφημη Ακαδημία των Βίβι. Το πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο. Με βάση επίσημα έγγραφα, οι διδάκτορες, δηλαδή απόφοιτοι δυτικών πανεπιστημίων, που έζησαν σ’ αυτό την ίδια περίοδο, ήταν πάνω από 1.000. Και σκεφτείτε ότι οι κάτοικοι της πόλης δεν περνούσαν τις 8.000. Η συνέχεια βέβαια ήταν τραγική. Οι κατακτητές από την Ανατολή κατόρθωσαν μέσα σε λίγα χρόνια να εξαφανίσουν κάθε πνευματική κίνηση. Η πόλη της αριστοκρατίας, των αρχοντορωμαίων, των αρχοντόπουλων, των nobili veneti και cretesi και της διανόησης σταδιακά κατάντησε πόλη της μιζέριας και της δυστυχίας. Κατάντησε το παντέρμο Ρέθυμνο. Το επισημαίνει στα πρώτα ποιήματά του ο συγγραφέας:

Θ’ άκουγες και για κεφαλές ανδρών λογιοτάτων/
που ταύτισαν το Ρέθεμνος, σαν πόλη των γραμμάτων.
Λιτό παντέρμο Ρέθυμνο/ με του θεού τα δώρα,
και της τιμής το εύσημο/ των ευπατρίδων χώρα.
 
Κάθε φορά πάντως που το νησί ξεσηκωνόταν για να διώξει τους Ασιάτες και τους εξισλαμισμένους ντόπιους Τουρκοκρητικούς, οι Ρεθεμνιώτες ήταν πρώτοι. Τα γράμματα είχαν γίνει αντρειά και οι κοντυλοφόροι πυροβόλα όπλα και μαχαίρια. Η ύπαιθρος, στην οποία υπερτερούσαν σε πλήθος οι χριστιανοί είχε γεμίσει από ήρωες, ενώ η πόλη των γραμμάτων είχε γεμίσει από μίσος, αίμα και αγριότητα. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι από τους εντός των τειχών κατοίκους της ήταν μουσουλμάνοι και καθημερινά έψαχναν αφορμή για να ρίξουν το δηλητήριό τους πάνω στους φτωχούς χριστιανούς. Κάποτε όμως το ποτήρι ξεχείλισε και ξέσπασε η τελευταία επανάσταση. Ο καλός θεός της Ελλάδας αυτή τη φορά αποφάσισε να αφήσει το αιματοβαμμένο νησί να βρει το δρόμο προς τη λευτεριά και την πρόοδο. Πρώτα η Κρητική Πολιτεία και μετά η ενσωμάτωση στη μητέρα πατρίδα. Ο ήλιος που για αιώνες είχε κρυφτεί στα σύννεφα της σκλαβιάς εμφανίστηκε ολόλαμπρος στον ουρανό. Οι καιροί όμως δεν ήταν ούτε με την ελευθερία εύκολοι. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο εθνικός διχασμός, η μικρασιατική καταστροφή και οι συνεχείς όσο και αχαρακτήριστες δικτατορίες επανέφεραν τη δυστυχία στο νησί και την πόλη μας. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να ανθίσει ξανά το χαμόγελο στα κρητικά χείλη.
 
Στην πόλη αυτή των αντιθέσεων, που σοφία και πόνος εναλλάσσονταν, έζησε και ο συγγραφέας λίγο πριν και λίγο μετά τη δεκαετία του 50. Εκεί μεγάλωσε, ανδρώθηκε και ζυμώθηκε. Εκεί άφησε τη μισή από τη ζωή του. Την άλλη μισή την πήρε μαζί του στην Αθήνα. Αυτό κάναμε τότε όλοι μας. Ήταν η εποχή που η επαρχία, θέλοντας να ξεφύγει από τη δυστυχία της, έστελνε τα παιδιά της κύματα, κύματα, στις μεγάλες πόλεις. Η πρωτεύουσα, όπως ήταν φυσικό, κρατούσε τα πρωτεία.
 
Το βιβλίο του χωρίζεται σε έξι μέρη. Από αυτά εγώ θα παρουσιάσω τα τρία και συγκεκριμένα τα Ρεθεμνιανά φεγγαρογνέματα, Του τόπου και της πατρίδας και τα Αναγυριστικά, δηλαδή το πρώτο, το τέταρτο και το έκτο. Επέλεξα αυτά, γιατί περιλαμβάνουν μαζί με τα κοινωνικά και κάποια ιστορικά στοιχεία.
Το στυλ της ποίησής του Μίμη είναι καθαρά προσωπικό. Τα μέτρα που χρησιμοποιεί ποικίλλουν. Ακολουθεί τα παραδοσιακά σχήματα (μέτρο, ρυθμό, ομοιοκαταληξία) αλλά χρησιμοποιεί και τον μοντέρνο ελεύθερο στίχο, όπου νομίζει απαραίτητο. Η γλώσσα του είναι κατά βάση μια στρωτή δημοτική. Σε μερικές περιπτώσεις για να εξυπηρετήσει περισσότερο την ομοιοκαταληξία πετά και κάποιες λόγιες λέξεις. Αν στόχος της ποίησης είναι πρώτα να συγκινήσει με το περιεχόμενό της και μετά να γοητεύσει με την ομορφιά των μορφολογικών της στοιχείων, ο Μίμης χτύπησε κέντρο στο πρώτο και πολέμησε φιλότιμα το δεύτερο. Δεν θα ασχοληθώ περισσότερο με το είδος ποίησης, γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση το κρίνω δευτερεύον. Θα καταπιαστώ με το περιεχόμενο των στιχουργημάτων που, όπως προανέφερα, εμπεριέχουν στοιχεία από την παλιότερη και σύγχρονη ιστορία του τόπου μας. Από το πρώτο ποίημά του δίνει το στίγμα της όλης γραφής. Αναπολεί το Ρέθεμνος. Ολόκληρο το παλιό Ρέθεμνο. Την πόλη των παιδικών μας χρόνων. Των χρόνων των ονείρων. Φάρος, Κήπος, Φορτέτσα, Ρολόι, Καμπαναριό, Προκυμαία, Χασαπιά και νερό Κουμπέ… Για ένα νεαρό σήμερα οι λέξεις δεν σημαίνουν τίποτα. Για μας αποτελούν το πιο γλυκό κομμάτι της ζωή μας. Εξάλλου τα στιχουργήματα του Μίμη, δεν είναι τίποτα άλλο από την ίδια τη ζωή του. Όσο και να φαίνεται παράδοξο πρόκειται για το έμμετρο βιογραφικό του. Τα περισσότερα, δηλαδή, για να μην πω όλα, από τα στιχουργήματά του είναι βιωματικά. Στους στίχους αφήνει να πλανιέται η νιότη του, η καθημερινή ζωή του. Αυτή που κυλούσε από τα πεύκα της Σωχώρας στα σαπουναριά, κατηφόριζε μετά στα τσαγκαράδικα, προχωρούσε μέχρι τα πεταλάδικα πλάι στη μεγάλη Πόρτα και κατέληγε στο παλιό λιμάνι…
 
Να βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σειρά, για να μην πελαγώσουμε. Θα ξεκινήσουμε μαζί νοερά μια περιήγηση στο παρελθόν, με βάση τα στιχουργήματα του συγγραφέα μας. Ξεκινώ από τις πιο ευχάριστες για τους περισσότερους ώρες της βδομάδας, που δεν ήταν άλλες από αυτές του κυριακάτικου απομεσήμερου. Ήταν οι ώρες που είχαν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα. Η Σοχώρα και οι γύρω δρόμοι έβαζαν τα γιορτινά τους. Μικροί μεγάλοι, με ένα μάτσο ρεβύθια χλωρά και με ένα χωνί από εφημερίδα γεμάτο πασατέμπο της μιας δραχμής, τραβούσαν προς το γήπεδο. Όσοι είχαν λεφτά έκοβαν εισιτήριο, οι άλλο πηδούσαν το μπεντένι ή προσπαθούσαν να μπουν στο γήπεδο από την, συνήθως αφύλακτη, πλευρά της θάλασσας. Ήταν ιδίως για τους πιτσιρικάδες η μεγαλύτερη απόλαυση. Φωνάζαμε για την ομάδα μας, αλλά στην πραγματικότητα φωνάζαμε για τη γενικότερη κατάσταση, για το κακό το ριζικό μας. Αυτό που μπορούσαμε να διακρίνουμε. Αυτό που μας άφηναν τα νιάτα να διακρίνουμε. Τα νιάτα που πάντα αρέσκονται στο θόρυβο και στην οχλοβοή. Όταν κέρδιζε μια ομάδα, οι παράγοντες και οι οπαδοί της το γλεντούσαν συγκεντρωμένοι στα καφενεία- στέκια τους. Οι οπαδοί του Κεραυνού στου Ανυφαντάκη και του Αστέρα στου Μάρκου.
Κάναν απ’ τη Σοχώρα οι ροκάνες χαλασμό/
η πόλη ήταν στα καλά ξεσηκωμένη/
έπαιζε ο Αστέρας με τον Κεραυνό/
φίλαθλοι- παίκτες ήσαν μεθυσμένοι….
Συνωστισμός, κόσμος πολύς, όλο το Ρεθυμνάκι,
Έχει νικήσει ο Κεραυνός, πνέει εύθυμο αεράκι
Γίνεται μέσα στο καφέ της μαυροκακομοίρας
Παράγοντες και φίλαθλοι σφίγγουν ζεστά τας χείρας
 
Πάμε τώρα στις πιο γνωστές γειτονιές της παλιάς πόλης, που ο συγγραφέας αναζήτησε μέσα από τις μνήμες του και προσπάθησε να ξαναζωντανέψει με τους στίχους του. Σωρός τα ονόματα ξεχωριστών τύπων, σωρός τα πειράγματα και οι σοκαριστικές περιγραφές…
Ο Γκιουλούμπασης ήταν η γειτονιά του συγγραφέα, η αφετηρία του, ο ομφαλός της γης του. Γκιουλ- μπαξέ (όμορφο κήπο) τον έλεγαν οι Τούρκοι, εξαιτίας ενός πανέμορφου κήπου στην περιοχή του σημερινού τελωνείου. Στα χρόνια μας βέβαια ούτε κήπος υπήρχε ούτε ομορφιά. Μόνο όμορφοι τύποι, πολλή δουλειά, πολλή φτώχεια, πολλή δυστυχία και κεφάτα παιδομάνια.
Παιδιά πολλά κι εργατικοί, πρόσφυγες, λιμανίτες/
νοικοκυραίοι, ναυτικοί και σαπουνοτεχνίτες.
 
Τα ονόματα των πρωταγωνιστών του καθημερινού ανθρώπινου δράματος της θαλασσόβρεκτης γειτονιάς δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από τους στίχους.
Ο Φουσταλιέρης, ο Τσανός κι ο Μήτσος ο Λυμπέρης/
Βλαχάβας κι Αγριμάκηδες και ο ψηλός Λευτέρης
Πατάτες, Νικολέληδες, Μήτσος Μελάς και άλλοι,
μυγιάστηκε το άλογο του Τσουμενή του Γιάννη
 
Δεν θυμάμαι προσωπικά τους περισσότερους, αλλά από τη στιγμή που έμειναν στο μυαλό του συγγραφέα, πρέπει να διέθεταν κάτι το ξεχωριστό, καλό ή κακό δεν έχει σημασία. Στα χρόνια της νιότης σου όλα είναι καλά, όλα τα βλέπεις καλά. Σαν έρθει αργότερα η ζωή να σε ταράξει, αρχίζεις να βλέπεις και τα άσχημα.
 
Η προκυμαία ήταν ο τόπος της καλοκαιρινής βόλτας. Το καλοκαιρινό νυφοπάζαρο. Κάθε απομεσήμερο νέοι και νέες έκαναν τον περίπατό τους πλάι στο κύμα. Εκεί συχνά χτυπούσε ο μικρός φτερωτός θεός και πολλές φορές τα κύματα, από τα πάθη και τα συναισθήματα που δημιουργούσε, ήταν πιο δυνατά απ’ αυτά της θάλασσας, απ’ αυτά του Ποσειδώνα. Οι μεγαλύτεροι προτιμούσαν τα μαγαζάκια που υπήρχαν στη σειρά. Στα ίδια την άραζαν και το χειμώνα, που η βόλτα ήταν παρελθόν, και τα κουτσόπιναν ή το έστρωναν στα χαρτιά.
 
Πολλοί πελάτες τακτικοί πίνουν σερί ουζάκια
Καταναλώνοντας σωρό τα τσιπς και χοχλιδάκια
Βράζουν η πρέφα, το κουνκάν στην πράσινη τη τσόχα
Χάλια αποπνέει στον καφέ του κουμαριού η μπόχα
Γύρω από τη Μεγάλη Πόρτα, που χτίστηκε από τους Βενετσιάνους και την έλεγαν πόρτα γκόρα, άρχισε εξαρχής να δημιουργείται μια πιάτσα πολυθόρυβη. Αργότερα στα κοντινά σ’ αυτήν πλατάνια μαρτύρησαν οι τέσσερις μελαμπιανοί μάρτυρες. Ακόμα υστερότερα στον ίδιο χώρο δημιουργήθηκε πλατεία, στην οποία στήθηκε και ξαναστήθηκε η γνωστή μας ομώνυμη των μαρτύρων εκκλησία. Από την πλατεία αυτή μέχρι και τα πεταλάδικα απλώθηκε τελικά η πιάτσα. Ο κόσμος που συγκέντρωνε ήταν πολύς. Αποτελούσε το εμπορικό κέντρο της πόλης, καθώς ήταν γεμάτη μαγαζιά, κάθε είδους, αλλά κυρίως φαγάδικα και κρεοπωλεία.
Ανθρωπομάνι, κίνηση, περαστικοί διαβάτες,
Στα πρακτορεία φωνασκούν βαστάζοι κι επιβάτες.
Στους Κανακάκη χωρικοί μπαίνουν κατά ομάδες
Και παραγγέλνουν συνεχώς μπουγάτσες, λουκουμάδες
Κόσμος πολύς στα χασαπιά, ρακές στα καφενεία,
Χρώμα πανηγυριώτικο έχει αυτή η γωνία.
 
Η περιοχή του Πλατάνου αποτελούσε διαχρονικά το κέντρο της πόλης. Οι Βενετσιάνοι είχαν χτίσει στη δυτική άκρη της την κρήνη Ριμόντι για να δροσίζεται ο κόσμος, και στην ανατολική την περίφημη βενετική λέσχη Λότζια και το Ρολόι. Στη νότια πλευρά όρθωνε το εντυπωσιακό όγκο της η βενετσιάνικη εκκλησία της Παναγίας των Αυγουστίνων, η Σάντα Μαρία ντει γκράτσιι. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ο Πλάτανος εξακολουθούσε να αποτελεί την καρδιά της πόλης, μόνο που η εκκλησία της Παναγίας είχε μετατραπεί στο τζαμί Νερατζέ με ένα πανύψηλο μιναρέ, και στα κλαδιά του τεράστιου πλατάνου συχνά έβλεπες κρεμασμένους αγωνιστές της ελευθερίας. Με τον τρόπο αυτό νόμιζαν οι ασιάτες κατακτητές ότι θα πτοούσαν το ηθικό των αδούλωτων ντόπιων χριστιανών. Στα χρόνια τα δικά μας το τζαμί της Νερατζές είχε μετατραπεί σε κινηματογράφο. Η είσοδος σ’ αυτόν αποτελούσε το όνειρο αλλά και ταυτόχρονα το ναρκοπέδιο των μαθητών. Αλλοίμονο σ’ αυτόν που έπιαναν οι καθηγητές του πνευματικού φρουραρχείου. Γενικά η περιοχή περιλάμβανε πολλά μαγαζιά, κυρίως καφενεία, και έσφυζε από ζωή και αντιθέσεις. Η νεολαίοι από τη μια πλευρά και οι παλιοί πολεμιστές, αυτοί που με το αίμα τους έγραψαν τις λαμπρότερες σελίδες της ιστορίας μας από την άλλη. Άρεσε στους πρώτους να γλεντάνε παρέα με τα νιάτα τους και στους δεύτερους να διηγούνται τα κατορθώματά τους παρέα με τις αλησμόνητες μνήμες τους.
 
Στου Γαλερού οι φίλαθλοι, συνήθως σουρωμένοι,
Μαστούρια στο ρακάδικο του Μάρκου του Αρμένη.
Του Γρύντα το ραφτάδικο, εδώ έχει τα πρωτεία,
Απόμαχοι αγωνιστές, πάντα έχουν απαρτία.
 
Από την κρήνη Ριμόντι προς τη Νερατζέ υπήρχαν και άλλα καφενεία. Ένα από αυτά του Δαμανάκη είχε ξεχωριστή χάρη. Οι πελάτες του ήταν άνθρωποι του μόχθου και κρασοπατέρες ολκής. Μόνο σε νεροπότηρα έπιναν το διονυσιακό νέκταρ. Εκεί έλυναν όλα τα προβλήματα, επηρεασμένοι από τη γλυκιά τους μέθη. Ήταν η βουλή των Ελλήνων .
Στη Νερατζέ μοσχοβολά μούστο και μαρουβά,
Εις τη βουλή του Δαμανού οι κάνουλες δουλεύουν.
Απόκληροι και εργατικοί, τα χείλη τους βουβά,
Πίνουν το βερεσέ κρασί, μεθούν και αγορεύουν.
Το παλιό λιμάνι ήταν η ζωή της πόλης. Εκεί έφταναν τα προϊόντα που είχε ανάγκη και από εκεί φορτώνονταν αυτά που έκανε εξαγωγή, για να κρατηθεί οικονομικά. Παράλληλα από εκεί έβαζαν στις βάρκες τους επιβάτες για τον Πειραιά και τους μετέφεραν στο πλοίο της γραμμής που δεν μπορούσε να πλευρίσει. Οι τύπου του λιμανιού ήταν πολλοί και συχνά γραφικοί. Οι βαρκάρηδες πρωταγωνιστούσαν. Σε δεύτερη μοίρα οι ταξιδιώτες που πολλές φορές φορτώνονταν σαν πραμάτειες…
Βαρκάρηδες, μπράτσα γερά, ψημένα απ’ την αλμύρα,
ξυπόλητοι, ξεμπέτωτοι, θαλασσινοί απ’ τη μοίρα…
Συνωστισμός, κόσμος πολύς, χαμός στην αποβάθρα,
Κατευοδώνουν τσι εδικούς με δάκρυα στα μάτια.
Τα Περιβόλια απλώνονταν ανατολικά από τη πόρτα της Άμμου, στεφανωμένα με δάσος από καλαμιές. Οι κάτοικοι της γειτονιάς καλλιεργούσαν οπωροκηπευτικά και μ’ αυτά τροφοδοτούσαν την πόλη. Πολλές φορές κήποι και δρόμοι ήταν ειδυλλιακοί.
Δεντροστοιχίες με μουριές,
Γεμάτες ζιγαρδέλια,
Να ξεσηκώνουν τις φωλιές,
Της γειτονιάς κοπέλια.
 
^^^^^^^^^^^^^^^
 
Εδώ τελειώνει η περιήγηση στις γειτονιές και εμφανίζονται στο προσκήνιο διάφορα θέματα σχετικά κυρίως με γιορτές και πανηγύρια μήνα προς μήνα. Ήταν αυτά που είχαν χαραχθεί πιο βαθιά στην ψυχή του συγγραφέα. Τα Θεοφάνεια με το βούτηγμα στα κρύα νερά ήταν μια από τις ξεχωριστές γιορτές.
Μπροστά τα εξαπτέρυγα, παπαδαριό, ψαλτάδες,
Δήμαρχος κι άλλοι επίσημοι, του τόπου αρχοντάδες…
Ο Νίκος ο μηχανικός μαζί με το Δογάνη
τον Εωσφόρο άραξαν στη μέση στο λιμάνι…
βουτάνε οι κολυμβητές Νιόνιος, Καδής και Πίπης,
Σηράγας, Ομορφόπαιδο, Φουσκιούς, Φραγκιός, Φυντίκης…
Γίνεται αμέσως χαλασμός, σφυρίζει η τζιμινιέρα
του Εωσφόρου ρυθμικά και σχίζει τον αέρα.
Οι απόκριες πρόσφεραν την αφορμή για ξεφάντωμα στους Ρεθεμνιώτες. Το γαϊτανάκι, η γκαμήλα και οι μεταμφιέσεις «εκ των ενόντων» ήταν η χαρά όλων. Τις τελευταίες δεκαετίες η αγάπη μεταφράστηκε σε συστηματικό και οργανωμένο εορτασμό, που παρακολουθούν επισκέπτες από όλη την Ελλάδα. Το σημερινό ρεθεμνιώτικο καρναβάλι είναι από τα σημαντικότερα στη χώρα μας. Έχει χάσει όμως την αυθεντικότητα που είχε κάποτε.
Στα σπίτια η ταύλα πλούσια και του πουλιού το γάλα,
Λουκάνικα και οματές, δίκροκα αυγά μεγάλα…
Στα κέντρα έχει ξεχυθεί ο κόσμος για κρασάκι,
Στο Τρεχαντήρι, στου Λαγού, στου Κόμπου, στου Ρουσάκη
Στολές μασκάρες και φτερά, σε δρόμο και σοκάκι,
Καμήλα και απάχηδες μπαίνουν στο γαϊτανάκι…
Το Μάρτη δεν προβάλλεται κάποια γιορτή, αλλά το φαγάδικο του Παντελή.
Πατείς, πατώσε έρχονται οι ρέκτες οι πιοτήδες,
Εδώ έχουν κλείσει ραντεβού όλοι οι μερακλήδες…
Τον Απρίλη υμνείται η άνοιξη, που πανέμορφη εμφανίζεται στα σοκάκια της πόλης
Το γιασεμί κατάλευκο, τα φούλια ευωδιάζουν,
Βασιλικοί και αμπεριές την πόλη αγκαλιάζουν…

Το καλοκαίρι το Ρέθυμνο, αν και γεμάτο ομορφιές, ψήνεται από τις ζέστες. Ο κόσμος πάει στις παραλίες, για να δροσιστεί λιγάκι. Τα βραδάκια κόβει βόλτες στην προκυμαία.

Η Άμμος, ο Γκιουλούμπασης, καθώς και η Σοχώρα,
Έχουν πρώτη προτίμηση στου Ρέθεμνου τη χώρα.
Κουμπές, Άγιος Νικόλαος, δεσποτική Κολύμπα,
Συγκέντρωναν τις γειτονιές και χάλαγε το σύμπαν…
 Η βόλτα εις το Ρέθυμνο έχει περίσσια χάρη,
Βολτάρουν νέοι με τις νιες, της πόλης το καμάρι,
Η Κουντουριώτου γραφική με την παλιοπαρέα,
Όμως τη χάρη πάντοτε την έχει η προκυμαία.
Ο Σεπτέμβρης ήταν πάντα μήνας μελαγχολίας. Πλάκωναν οι βροχές, έφευγε το καλοκαίρι, τέλειωναν οι διακοπές και άνοιγαν τα σχολεία.
Πηλίκια οι μαθητές με χρυσοκεντημένη
Την κουκουβάγια τη σοφή, περίσσια σκεπτομένη,
Μαύρες ποδιές ευρύχωρες, με άσπρο γιακαδάκι,
Φοράνε οι μαθήτριες και σόπατο γοβάκι.
Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος που, κατά τη γνώμη μου, είναι το πιο ενδιαφέρον του βιβλίου. Και αυτό γιατί αναφέρεται αποκλειστικά στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου.
 
^^^^^^^^^^^^^^^^^^^^
 
Στο τέταρτο μέρος που επιγράφεται Του τόπου και της Πατρίδας, ο συγγραφέας ταξιδεύει με τους στίχους του στην ευρύτερη πατρίδα, την Κρήτη. Ξεκινά από τη μυθολογία και αναζητεί σημαντικούς σταθμούς στην πολύχρονη ιστορία τους. Τα πατριωτικά του αισθήματα είναι τόσο πολλά, που χρειάζονταν και αυτά εκτόνωση.
Είναι η Κρήτη θεϊκή κοιτίδα,
Χώρος γενέθλιος εθνών,
Της γηραιάς ηπείρου μας πατρίδα,
Λίκνο επιφανών ανδρών.
Το Αρκάδι και η μάχη της Κρήτης πρωταγωνιστούν στη νεότερη ιστορία μας.
Φλόγες, κλάματα, φλόγες, κοτρώνες,
Κόκαλα, σάρκες, σιγή του Άδη,
Θεμελιώνουν το κάστρο σου Αρκάδι
Προμαχώνα σ’ αρχές και αγώνες
Και για τη μάχη της Κρήτης και τους αλεξιπτωτιστές
Ετούτος είναι βιβλικός κατακλυσμός,
Κοράκια κούρνιασαν στ’ ουρανού τα’ αλώνι,
Ρίχνουν ατσάλι, πίσσα, κόλαση, φωτιά…
Στέλνουν της μάχης των μαχών, μήνυμα στον πλανήτη,
Άντρες τη διαφεντεύουνε, άντρες φυλούν την Κρήτη.
Η πανελλήνια ματιά του δεν μπορεί παρά να περιλάβει στην ιστορική περιήγησή του και το Πολυτεχνείου. Όταν ξεσηκώνονται τα νιάτα, οι κοινωνίες γκρεμίζονται, για να φτιαχτούν σε πιο καλές βάσεις.
Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ!
Λέξεις, μια επανάσταση
Τυραννοκτόνο βέλος,
Της λευτεριάς η ανάσταση,
Της τυραννίας τέλος.
 
^^^^^^^^^^^^^^^^^^^
 
Στην τελευταία ενότητα των στιχουργημάτων ο Μίμης Ποθουλάκης έχει συγκεντρώσει την αλληγορική του σάτιρα, τα Αναγυριστικά, όπως τα ονομάζει. Εδώ ξεχειλίζει η αλήθεια μέσα από το χιούμορ. Εδώ βρίσκεται η σημερινή πραγματικότητα. Στηλιτεύει άγρια αυτούς που εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο πόνο. Οι περισσότεροι επιδιώκουν την εξουσία, για να κερδίσουν, να πλουτίσουν σε βάρος των άλλων. Όταν πετύχουν το σκοπό τους, νίπτουν επιδεικτικά τα βρώμικα χέρια τους. Μοιάζουν με τους προικοθήρες που ψάχνουν την πολύφερνη νύφη όχι από αγάπη αλλά από συμφέρον.
Της εξουσίας τα ψηλά τα τιμημένα κάστρα/
μνηστήρες τα πολιορκούν περίτρανοι σαν τα’ άστρα. …
Κι αφού την προίκα καρπωθούν και την ξεκοκαλίσουν/
σφυρίζοντας αδιάφορα, τη σχέση τους θα λύσουν.
Οι νονοί είναι μια άλλη κατηγορία παλιανθρώπων. Με απειλές και με βία προσπαθούν να αποσπάσουν χρήματα από τους τίμιους πολίτες. 
Τα πολυκαταστήματα, λέσχες, κέντρα και άλλοι
Του σκάζανε καθημερινά ποσά πολύ μεγάλα
Ζούσε σαν μπέης και πασάς απ’ την παρανομία,
Και τάχε πάντοτε καλά με την αστυνομία.
Οι αναρχικοί, οι γνωστοί άγνωστοι κουκουλοφόροι, αποτελούν αποκυήματα της άδικης και άναρχης κοινωνίας μας.
Ζούμε σε μέρες πανικού κι άκρατης αναρχίας
Δεμένοι σ’ ένα σύστημα αναξιοκρατίας
Αίτια θα βρεθούν πολλά κι όποιος τα αναλύσει,
Απ’ το κεφάλι θα μας πει το ψάρι έχει βρωμίσει.
Οι βουλευτές ή καλύτερα μερικοί από αυτούς, μπορούν κάλλιστα να ενταχθούν στις ομάδες των εκμεταλλευτών. Το επάγγελμά τους είναι προσοδοφόρο. Εξάλλου για να γίνεις εκπρόσωπος του λαού, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να εξαπατήσεις τους συντοπίτες σου. Ένας πλούσιος γάμος, μερικά ψεύτικα πτυχία, κάποιος μορφωμένος για να σου γράφει τους λόγους και πήρες θώκο στη βουλή μαζί και τον παχυλό μισθό, που ποτέ δεν μειώνεται σαν τους άλλους. Ο Κοντοσηφάκης είναι μια τέτοια περίπτωση. Ας τον ακούσουμε.
Είπα και αποφάσισα, το λόγο μου σας δίνω,
Θ’ αφήσω σπίτι και χωριό και βουλευτής θα γίνω.
Απ’ ένα γάμο πλούσιο ήταν διαζευγμένη,
Η όμορφη γυναίκα μου κι ήταν πεπειραμένη.
Κοντοσηφάκης Ιωσήφ, δόκτωρ φυσιολατρίας,
Ομότιμος καθηγητής στο Τσαφ της Μαντζουρίας
Βρήκα κι έναν καθηγητή, που μ’ έχει συγκινήσει
Σαν πήρε το μικρόφωνο, για να με προλογίσει
Ως ήταν πλέον φυσικό, σταυρούς επήρα χύμα,
Από τους πρώτους βουλευτές τερμάτισα στο νήμα.
Οι αρχηγοί των κομμάτων, καθώς θέλουν να γίνουν πρωθυπουργοί, δεν αφήνουν υπόσχεση για υπόσχεση να μην την προσφέρουν στον αφελή λαό. Ακούστε τον εκλεκτό του σχετικού στιχουργήματος πώς εξαγγέλλει τις περικοπές.
Θα καταργήσω τους γιατρούς, το κόστος μου τη δίνει,
Θα βάλω και τα φάρμακα όλα στη ναφθαλίνη,
Έτσι διά το τυπικό θ’ αφήσω την κινίνη
Και σχετικά ελεύθερη μορφίνη, ηρωίνη…
Όλα τα επιδόματα, δώρα, υπερωρίες,
Θα διαγραφούν οριστικά απ’ τις μισθοδοσίες.
Τελευταίοι στην παρέλαση των τύπων της εποχής μας εμφανίζονται οι εκδότες, που αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, σπείρα υπονομευτών των λαϊκών δικαιωμάτων.
Χάρις στις σκοπιμότητες τον ψύλλο διυλίζουν
Και το χοντρό ελέφαντα σαφώς καταβροχθίζουν
Εδώ η περιήγηση στα παλιά και τα τωρινά τέλειωσε. Πρώτος εγώ χρωστώ χάρη στο Μίμη, γιατί με αφορμή αυτή την παρουσίαση, μεταφέρθηκα αρκετές δεκαετίες πίσω και έζησα έστω και νοερά τα χρόνια της νιότης μου. Ελπίζω το ίδιο να ένιωσαν και μερικοί τουλάχιστον από εσάς».
 
                                                              Γιάννης Μιχαήλ Γρυντάκης

Σχετικά Άρθρα

Εντυπωσιακή τοιχογραφία του Νάρκισσου ήρθε στο φως στην αρχαία Πομπηία

Μία εκπληκτική τοιχογραφία που απεικονίζει τον Νάρκισσο να θαυμάζει την αντανάκλασή του, ήρθε στο φως στις αρχαιολογικές ανασκαφές της Πομπηίας. Η ανακάλυψη έγινε κατά τη διάρκεια της ανασκαφής στο «Regio V» τμήμα της αρχαίας Ρωμαϊκής πόλης και έρχεται λίγους μήνες μετά την αποκάλυψη ακόμα μίας εντυπωσιακής τοιχογραφίας που απεικονίζει τον[…]

Δείτε περισσότερα

Ροδόλφος Μορώνης: Πέθανε ο αντιπρόεδρος του ΕΣΡ

Οι προγραμματισμένες εξετάσεις έδειξαν σοβαρό πρόβλημα υγείας Την τελευταία του πνοή άφησε ο αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), Ροδόλφος Μορώνης, με το πλήγμα για τον θεσμό των Ανεξάρτητων Αρχών και τον δημοσιογραφικό κόσμο να είναι μεγάλο. Σύμφωνα με το ethnos.gr, την περασμένη εβδομάδα εισήχθη στο νοσοκομείο για εξετάσεις στις οποίες,[…]

Δείτε περισσότερα

Αφήστε μια απάντηση